ἀμυδρός

ἀμυδρός
Grammatical information: adj.
Meaning: `dim, faint, obscure' (Archil.).
Other forms: ἀμυδᾶναι· κρύψαι H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. In meaning and form, ἀμαυρός is close, but the two cannot be combined as IE. One proposes contamination in such cases, but this is rather gratuitous (thus influence of φαιδρός is quite in the air). ἀμυδ-ᾶναι can continue *h₂mud-. One compares OCS mъdьl-ostъ `weakness'; however, this form cannot contain *mud-, as Winter's Law would give a long vowel.
Page in Frisk: 1,96-97

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμυδρός — dim masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμυδρός — ή, ό (Α ἀμυδρός, ά, όν) 1. (για οπτικές εντυπώσεις) ασαφής στην όραση, δυσδιάκριτος, σκοτεινός 2. (για εντυπώσεις) μη εναργής, ασαφής, συγκεχυμένος 3. αδύναμος, άτονος, ανεπαίσθητος αρχ. ατελής. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Πρόκειται …   Dictionary of Greek

  • αμυδρός — [амидрос] εκ. (о свете) слабый, тусклый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αμυδρός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που μόλις διακρίνεται, ασαφής: Στο αμυδρό φως του φεγγαριού δεν μπορούσε να δει καλά. 2. εξασθενημένος, άτονος: Υπήρχε ακόμη μια αμυδρή ελπίδα να ζήσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμυδρά — ἀμυδρός dim neut nom/voc/acc pl ἀμυδρά̱ , ἀμυδρός dim fem nom/voc/acc dual ἀμυδρά̱ , ἀμυδρός dim fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδρότερον — ἀμυδρός dim adverbial comp ἀμυδρός dim masc acc comp sg ἀμυδρός dim neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδροτάτων — ἀμυδρός dim fem gen superl pl ἀμυδρός dim masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδροτέραις — ἀμυδρός dim fem dat comp pl ἀμυδροτέρᾱͅς , ἀμυδρός dim fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδροτέρων — ἀμυδρός dim fem gen comp pl ἀμυδρός dim masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδροτέρως — ἀμυδρός dim adverbial comp ἀμυδρός dim masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυδρῶν — ἀμυδρός dim fem gen pl ἀμυδρός dim masc/neut gen pl ἀμυδρόω make indistinct pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀμυδρόω make indistinct pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀμυδρόω make indistinct pres part act masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.